Περιμένοντας τον Γκοντό

O Σάμιουελ Μπέκετ έγραψε το «Περιμένοντας τον Γκοντό» μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το έργο εντάσσεται στο θέατρο του παραλόγου, είναι δύσκολο, γεμάτο υπαρξιακές ανησυχίες. Είναι ένα έργο κλασικό που ανά καιρούς έχει προβληματίσει πολλούς ανθρώπους και κατ' επέκταση πολλές θεατρικές ομάδες. Θέτει προβλήματα όπως αυτό της ανθρώπινης απελπισίας και της συμβίωσης, επομένως είναι ένα διαχρονικό έργο. Πώς λοιπόν αυτοί οι πέντε ηθοποιοί που είδαμε στον τεχνοχώρο Cartel να ενσαρκώνουν τα πρόσωπα που δημιούργησε ο Μπέκετ, μπορούν να μας αποδώσουν αυτό το γεμάτο ιδιαιτερότητα περιεχόμενο του έργου;

Μια ομάδα δυνατή, αποτελούμενη από τους Γιώργο Γεροντιδάκη, Βασίλη Μπισμπίκη, Κατερίνα Σιώζου, Παναγιώτη Σούλη και Στέλιο Τυριακίδη, καταφέρνει να υποδυθεί του ρόλους του έργου "Περιμένοντας τον Γκοντό" με εξαιρετικό τρόπο. Δύο πολύ δυνατά δίδυμα ο Βασίλης Μπισμπίκης (Βλαδίμηρος) με τον Παναγιώτη Σούλη (Εστραγκόν) και ο Γιώργος Γεροντιδάκης (Πότζο) με τον Στέλιο Τυριακίδη (Λάκυ). Το πρώτο δίδυμο σχεδόν σοκάρει τους θεατές με τον απίστευτο ρυθμό που έχουν στο λόγο τους και με τον τρόπο που μιλάει ο ένας πάνω στον άλλον χωρίς να κουράζουν. Έχουν καταπληκτική ζωντάνια και ενέργεια επί σκηνής, κρατώντας το κοινό σε αγωνία. Το δεύτερο δίδυμο συμβάλλει με περίτεχνο τρόπο στο να ενισχύσει την αθλιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ η κάθε τους κίνηση τραβά τα βλέμματα. Συγκεκριμένα, ο Βασίλης Μπισμπίκης χαρακτηρίζεται για τη ζωντάνια, την ένταση και τη θεατρικότητα που έχει επι σκηνής, με το ρυθμό στο λόγο του να ενισχύει την παράσταση. Ο Παναγιώτης Σούλης έχει επίσης ρυθμό και διακρίνεται για την ευελιξία του να μεταβαίνει συνεχώς από το κωμικό στο τραγικό. Ο Γιώργος Γεροντιδάκης, ο πλούσιος περιπλανώμενος, «τρομάζει» το κοινό με τον τρόπο που φέρεται στον Στέλιο Τυριακίδη. Ο τελευταίος αφήνει άναυδους τους θεατές ενσαρκώνοντας το ρόλο του Λάκυ. Μια παρουσία που «μιλά» στις καρδιές του καθένα που θα βρεθεί εκεί μιας και είναι υπόδουλος του Πότζο δίχως μιλιά και άποψη. Αν και δε μιλάει, «ταράζει» τον θεατή όσο κανείς άλλος από τους ηθοποιούς. Είναι άκρως σοκαριστικό το πώς μπορεί μονάχα μέσα από τις εκφράσεις του πρόσωπου να τονίσει την αθλιότητα της ανθρώπινης φύσης. Τέλος, η Κατερίνα Σιώζου, μια ευχάριστη παρουσία πάνω στη σκηνή ολοκληρώνει την δυναμική αυτή ομάδα, την οποία χαρακτηρίζει η χημεία που υπάρχει μεταξύ τους.

Μπαίνοντας στη σκηνή ο θεατής βλέπει ένα «τίποτα». Υπάρχουν μόνο κάποια ζευγάρια παπούτσια που οριοθετούν το σκηνικό πλαίσιο. Περιμένει, λοιπόν, να δει τι έχει να πει μια ομάδα ηθοποιών η οποία ψάχνει τον δικό της «Γκοντό». Πρόκειται για μια παράσταση χωρίς σκηνικά αντικείμενα παρά μόνο με φυσικά στοιχεία. Ένα δέντρο και ένας δρόμος που μοιάζει να είναι στη μέση του πουθενά, μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη. Έτσι ακριβώς, όπως θα έκανε ο ίδιος ο Μπέκετ. Στη σκηνοθεσία ο Νίκος Καραγέωργος με τη βοήθεια της Κατερίνας Σιώζου, μεταφέρει με επιτυχία στα μάτια μας το έργο του Μπέκετ. Κρατώντας άδεια τη σκηνή από αντικείμενα, καταφέρνει να τη γεμίσει από τα συναισθήματα τόσο των ηθοποιών όσο και των ίδιων των θεατών. Η μουσική είναι επίσης ανύπαρκτη. Όμως ο ρυθμός στο λόγο των ηθοποιών και το φυσικό τοπίο από πίσω την κάνουν υπαρκτή.

Αν και πρόκειται για ένα έργο με δυο σκηνές οι οποίες είναι επαναλαμβανόμενες, οι ηθοποιοί έχουν το ταλέντο και τη ζωντάνια να κρατούν τους θεατές σε αγωνία. Μας μεταφέρουν στη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, στο παράδοξο. Μας μεταφέρουν στον άνθρωπο που ελπίζει πως θα αλλάξει κάτι περιμένοντας κάποια υπερδύναμη να τον βγάλει από το αδιέξοδο. Μέσα από αυτό το κλίμα δίνει μηνύματα ζωής, προτρέποντας τον καθένα από μας να πάψει να περιμένει ( «τον δικό του Γκοντό») και να αρχίσει να δρα και να αγωνίζεται προκειμένου να αλλάξει τις καταστάσεις γύρω του. Άλλωστε, αρκεί να περιμένεις κάτι ή κάποιον για να αλλάξει η ζωή γύρω σου;

Με σοκαριστικό τρόπο μας μεταφέρεται η απελπισία του ανθρώπου, μια απελπισία που ακουμπά στο σήμερα, στο τώρα, μιας και ζούμε σε μια εποχή γεμάτη αντιθέσεις και παραδοξολογία. Σε μια εποχή που δεν παύει να υπάρχει η ρουτίνα η οποία αδρανοποιεί τον καθένα από εμάς. Μας αποτρέπει να αποφασίσουμε, να μιλήσουμε. Ο Εστραγκόν και ο Βλαδίμηρος περιμένουν τον Γκοντό, όμως αυτός δεν έρχεται. Έτσι συμβαίνει και σήμερα, ο άνθρωπος περιμένει να βρεί το νόημα της ζωής μένοντας απαθής. Και στο τέλος ΤΙΠΟΤΑ. «Τίποτα», γιατί ο άνθρωπος πρέπει να παλέψει, πρέπει ο ίδιος να δημιουργήσει το δικό του νόημα της ζωής. Δυστυχώς, πολλοί από εμάς μένουν παραιτημένοι εν γνώσει τους στο έλεος της ματαιότητας...

 

...Εσύ θα συνεχίσεις να περιμένεις τον Γκοντό;

 

Περιμένοντας τον Γκοντό;

 

Τα Cookies συμβάλλουν στην καλύτερη εμπειρία σας κατά την πλοήγηση στον ιστότοπο του evart.gr. Με την πλοήγησή σας αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης.